Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη. ΠΩΣ ΘΑ ΘΕΡΑΠΕΥΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη. ΠΩΣ ΘΑ ΘΕΡΑΠΕΥΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·
                                 

ΟΜΙΛΙΑ ΚΕ’
ΠΩΣ ΘΑ ΘΕΡΑΠΕΥΘΟΥΜΕ
ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ

Ἀγαπητά μου παιδιά
    Μιά μέρα ἀπ’ αὐτές εἶδα κάτι καί θέλω νά σᾶς τό πῶ, γιατί νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετά συμβολικό.
    Εἶδα τό ἑξῆς: Ὅπως μιά μητέρα κρατᾶ στήν ἀγκαλιά της ἕνα νεογέννητο παιδάκι καί τό ἔχει φασκιωμένο, ἔτσι εἶδα κι ἐγώ ἕνα μωρουδάκι, πού ἦταν φασκιωμένο καί τό κρατοῦσα στήν ἀγκαλιά μου μέ τό δεξί μου χέρι πολύ σφιχτά. Ἔνοιωθα γι’ αὐτό τό παιδάκι πολλή ἀγάπη καί ψυχικά πολύ ἑνωμένος μαζύ του. Πότε τό ἔβλε-πα σάν μικρό κοριτσάκι, πότε σάν πουλάκι· ἔτσι εἶχα αὐτήν τήν αἴσθησι. Εἶχα σάν σκοπό νά περπατήσω ἕνα δρόμο, πού ἦταν δύσκολος, εἶχε ἀνηφόρες, κατηφόρες, δυσκολίες, ἀλλά ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νά τόν περπατήσω κρατῶντας αὐτό τό παιδάκι στήν ἀγκαλιά μου καί προσπαθῶντας νά τό φτάσω στόν προορισμό του.
Περπατῶντας αὐτόν τόν δρόμο συναντοῦσα ληστάς καί κακούργους ἀνθρώπους. Ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἴχανε στραμμένα τά μάτια τους μέ πολλή κακότητα σ’ αὐτό πού κρατοῦσα στά χέρια μου. Σκεφτόντουσαν μέ τί τρόπο νά μοῦ τό πάρουν, νά μοῦ τό σκοτώσουν ἤ νά τό δηλητηριάσουν. Ἐγώ βλέποντας αὐτούς μέ τόση κακότητα, προσπαθοῦσα νά τό κρατῶ σφιχτά, νά μή μοῦ τό πάρουν, νά μή μοῦ τό σκοτώσουν.
   Στή συνέχεια περπατῶντας ἔτσι τόν δρόμο, ἔνοιωσα πίσω μου σάν σέ ἡμικύκλιο μιά προστασία. Ἔνοιωσα ὅτι κάποιοι ἄνθρωποι ὁπλισμένοι μέ φυλάγουν, μέ προστατεύουν. Ἔτσι οἱ λησταί παρ’ ὅλη τήν κακή τους διάθεσι καί τήν προσπάθεια, δέν μποροῦσαν νά φθάσουν πλησίον μου, γιά νά μοῦ ἁρπάξουν αὐτό πού κρατοῦσα. Σέ μιά στιγμή πού βάδιζα, βλέπω ἕνα δράκοντα, σάν αὐτόν πού εἶναι ζωγραφισμένος στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, μέ φτερά, μέ κεφάλι σάν τόν κροκόδειλο καί τά σχετικά. Αὐτός ἦταν ἕτοιμος νά ὁρμήση ἐπάνω μου, νά μοῦ ἁρπάξη αὐτό πού εἶχα.
   Ἐκείνη τήν ὥρα βλέπω ἀπό τήν δεξιά πλευρά μου νά βγαίνη ἕνα χέρι μέ μία ξιφολόγχη μεγάλη καί νά λογχίζη τό θηρίο στήν κοιλιά. Τότε τό θηρίο ἄρχισε νά βγάζη ἀπό τό στόμα του σάν βρύση τό φαρμάκι. Μόλις τράβηξε αὐτό τό χέρι τήν ξιφολόγχη ἀπό τό σῶμα τοῦ θηρίου, αὐτό ἔκανε δύο, τρία βήματα, ἔπεσε καί ψόφησε. Στήν συνέχεια ἔβλεπα ὅτι προχωροῦσα κρατῶντας πολύ σφιχτά αὐτό, πού ἦταν πότε σάν κοριτσάκι καί πότε σάν πουλάκι τυλιγμένο μέσα στά πανιά. Ἀφοῦ πέρασα ὅλες τίς δυσκολίες, ξελάφρωσα λίγο, ἔνοιωσα κάποια ἄνεσι ὅτι μᾶλλον ξεπεράσθηκαν ὅλα τά ἐμπόδια καί οἱ κίνδυνοι. Τότε τό παρατηρῶ πάλι, τό κοιτά-ζω, γιά νά εἶμαι σίγουρος ὅτι τό κρατῶ στά χέρια μου. Μάλιστα ψηλάφησα καί τά ποδαράκια του καί εἶδα ὅτι τό ἔσωσα. Ὅταν ἦλθα στόν ἑαυτό μου, εἶχα τήν πληροφορία ὅτι αὐτό τό μωρουδάκι εἰκόνιζε τήν ψυχή μου ἤ τήν ψυχή κάθε πνευματικοῦ μου παιδιοῦ, πού ἔχω ἀναλάβει ὑπευθύνως.
    Πράγματι γιά νά φθάση κανείς στόν Χριστό, σ’ αὐτόν τόν ὕψιστο προορισμό, θά περάση ἀπ’ αὐτόν τόν δρόμο τόν δύσκολο σ’ αὐτήν τήν ζωή. Οἱ νοητοί λησταί παραφυλάττουν κι ἔχουν στήσει παγίδες, ἐνέδρες καί τόσα ἄλλα κακά, γιά νά πιάσουν τόν κάθε ὁδοιπόρο, τόν κάθε χριστιανό, νά τόν βγάλουν ἀπ’ αὐτόν τόν δρόμο, πού ὁδηγεῖ στόν Χριστό. Ὅπως θά περάση κάθε ψυχή τά τελώνια, γιά νά φθάση στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κι ἐδῶ κάτω περνοῦμε αὐτά τά ἄλλα τελώνια, τούς πειρασμούς ἀπό τά δαιμόνια, μέχρι νά φθάσουμε στόν Χριστό. Κι ἄν δέν ὑποκύψη σέ κάποιο πάθος ἐδῶ στήν γῆ ὁ ἄνθρωπος, ἄν δέν ὑποχωρήση σέ ἁμαρτίες καί δέν παραδοθῆ στόν πειρασμό, ὥστε νά βαρύνη πολύ τήν ψυχή του, πρέπει νά ἐλπίζη ὅτι θά καταφέρη νά περάση καί τά ἄλλα τελώνια.
    Οἱ παγίδες εἶναι διάφορες. Συναντοῦμε, φερ’ εἰπεῖν, τό δαιμόνιο τῆς πορνείας. Αὐτό τό δαιμόνιο ἔχει ἰδιαίτερη βοήθεια ἀπό τή φύσι, διότι ἡ ἐπιθυμία εἶναι σπαρμένη στήν σάρκα κατά φύσιν. Αὐτήν τήν ἐπιθυμία ἐκ-μεταλλεύεται ὁ διάβολος καί μᾶς ξεσηκώνει δύσκολους πολέμους. Τό δαιμόνιο αὐτό, ὅταν τό συναντήση ὁ ἄνθρωπος, στό ἕνα χέρι κρατᾶ εἰκόνες, μορφές, εἴδωλα καί στό ἄλλο χέρι κρατάει ἕνα δαδί ἀναμμένο. Στήν συνάντησι πού κάνει μέ τήν ψυχή, παρουσιάζει τίς εἰκόνες, τίς μορφές, τά εἴδωλα τά ἁμαρτωλά, τά ἑλκυστικά καί σκανδαλώδη, προσπαθῶντας νά ζαλίση τήν ψυχή, νά κοιτάξη πρός τά ἐκεῖ, ὥστε νά γεννηθῆ ἡ ἐπιθυμία. Μέ τό ἄλλο χέρι του πυροδοτεῖ τήν φυσική ἐπι-θυμία, ἐξάπτει τήν πύρωσι καί προσπαθεῖ νά ἐμπρήση τόν ναό τοῦ Θεοῦ. Ναός τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ χριστιανός, ὁ βαπτισμένος στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ μέλλων νά κληρονομήση τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κι ὅταν ὑπο-κύψη ἡ ψυχή σ’ αὐτόν τόν πειρασμό, τότε γίνεται ὑπεύθυνος, τότε τό πάθος κυριαρχεῖ, τῆς γίνεται δυνάστης, αἰχμαλωτίζεται κι ἀκολουθεῖ κατόπιν χωρίς καμμιά δυσκολία αὐτόν τόν δυνάστη.
   Ὁ Ἀββᾶς Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ, ὅταν βρισκόταν στήν ἀγωνιστική του περίοδο καί εἶχε κάποτε μία ἐπίθεσι μεγάλου σαρκικοῦ πολέμου, δέν προσήρχετο νά κοινωνήση, γιατί ἔνοιωθε τόν ἑαυτόν του ἀκάθαρτο λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ πολέμου. Κάποια μέρα τοῦ λέγει ὁ ἀββᾶς Ἰσίδωρος, ὁ ἱερεύς τῆς σκήτεως:
-Ἀββᾶ Μωϋσῆ, πρόσελθε στά Ἅγια Μυστήρια.
-Δέν προσέρχομαι, λέγει, ἐάν δέν παύσουν οἱ ἐνυπνιασμοί.
-Ὄχι, λέγει, ἄφησέ τους «στήν πάντα» καί ἔλα νά κοινωνήσης.
-Δέν ἔρχομαι.
Τότε τοῦ λέγει:
-Ἔλα κοντά μου.
Τόν ἀνεβάζει στό δῶμα τοῦ κελλιοῦ του καί τοῦ λέγει:
-Γιά πρόσεξε ἀριστερά σου.
Τότε ἀνοίχθηκαν τά μάτια τῆς ψυχῆς τοῦ Ἀββᾶ Μωϋσέως καί εἶδε ὅλον τόν κόσμο γεμᾶτο ἀπό δαίμονες, πού ἔτρεχαν μέ μεγάλη λύσσα γιά νά ὑποσκελίσουν τούς ἀνθρώπους στό κακό. Ἔφριξε, ὅταν εἶδε ἔτσι τούς δαίμονες!
Τοῦ λέγει:
-Γιά κοίταξε καί πρός τά ἐπάνω δεξιά.
Γυρίζει τότε πρός τά ἐκεῖ καί βλέπει ὅτι κατέβαιναν τάγματα καί τάγματα, στρατιές Ἀρχαγγέλων καί Ἀγγέλων καί πῆρε μεγάλη παρηγοριά. Τοῦ λέγει:
-Ποιές δυνάμεις εἶναι περισσότερες καί μεγαλύτερες, οἱ δικές μας ἤ τῶν δαιμόνων;
-Οἱ δικές μας, τῶν Ἀγγέλων.
Λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσίδωρος:
-Λοιπόν, ἔλα τώρα, λάβε θάρρος· καί γιά νά γνωρίσης ὅτι δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἑαυτό σου τό νά ἀπαλλαγῆς ἀπό τό πάθος κι ἀπό τόν πόλεμο, ἀλλά ὅτι εἶναι μόνον ἔργο καί κατόρθωμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, σοῦ λέω ὅτι ἀπό αὐτήν τήν στιγμή σταματάει ὁ πόλεμος!
Κι ἀμέσως ἔνοιωσε τόν ἑαυτό του ἐλαφρωμένο καί ταπεινώθηκε μέ τό ὅτι δέν κατώρθωσε τίποτα μέ τήν ἄσκησί του, ἀλλά μέ ἕνα λόγο τοῦ Ἀββᾶ Ἰσιδώρου ἀπαλλάχθηκε καί προσῆλθε στήν Θεία Κοινωνία.
   Βλέπετε, παιδιά, ὅταν ἀγωνίζεται καί ἀντιστέκεται ὁ ἄνθρωπος στίς ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου, πῶς ἐπεμβαίνει ὁ Θεός καί στέλνει τούς Ἀγγέλους Του νά τόν βοηθήσουν!
   Προχωρῶντας συναντάει ἡ ψυχή ἄλλο δαιμόνιο, ἄλλη παγίδα, φερ’ εἰπεῖν, τῆς κατακρίσεως, πού εἶναι φοβερό δαιμόνιο, εὐκολοπλησίαστο. Βρίσκεται πάντοτε στήν ἡμερήσια διάταξι. Στήν κάθε συνομιλία, καί στήν κάθε ἐπαφή, πού ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι κάνουμε, ἔχει τόν πρῶτο λόγο. Ἐπειδή εἴμεθα ὅλοι ἐμπαθεῖς καί ἁμαρτωλοί, κι ἔχουμε πολύ ὑλικό γιά κατάκρισι, μᾶς παρασύρει αὐτό τό δαιμόνιο κι ἀρχίζουμε νά κατακρίνουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ξεχνοῦμε ὅτι ὑπάρχει ρητή ἀπαγό-ρευσις ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό· «Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε» (Ματθ. ζ΄, 1). Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει νά μή κρίνουμε προτοῦ ἔλθη ὁ Κύριος, διότι Ἐκεῖνος ξέρει τά κρυφά ἔργα τῶν ἀνθρώπων, πού ἐμεῖς δέν γνωρίζουμε.
   Στήν σημερινή ἐποχή αὐτό τό δαιμόνιο ἔχει τήν πρώτη θέσι. Εἴτε εἴμεθα ἁμαρτωλοί, εἴτε δέν εἴμεθα, κρίνουμε πολύ εὔκολα. Ὅταν τό δαιμόνιο αὐτό ὑπερισχύση καί σάν πάθος κατακτήση τόν ἄνθρωπο, αὐτό τό ἴδιο δαιμόνιο θά γίνη τελώνιο, ὅταν θά ἀνεβαίνη ἡ ψυχή κι ὁπωσδήποτε θά τήν ἐμποδίση στήν ἄνοδο. Ἐκεῖ θά πάρη τόν ρόλο τοῦ Κριτοῦ· δηλαδή θά τοῦ πῆ τό τελώνιο, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔκρινες στήν ζωή σου, ἀφοῦ ἀθέ-τησες τήν ρητή ἐντολή τοῦ Κυρίου, δέν ἔχεις τήν ἄδεια νά προχωρήσης πρός τά ἐπάνω.
   Προχωρῶντας σ’ αὐτήν τήν ζωή  συναντοῦμε ἄλλο δαιμόνιο, φερ’ εἰπεῖν, τό δαιμόνιο τῆς ὀργῆς. Μᾶς ἐξάπτει μέσα μας νά θυμώνουμε, νά ὀργιζώμεθα, νά ἐπαναστατοῦμε, νά λοιδοροῦμε, νά συκοφαντοῦμε. Ὅλα αὐτά εἶναι ἁμαρτήματα τοῦ θυμικοῦ μέρους. Ὁ θυμός ὑπάρχει κατά φύσιν μέσα μας, ἀλλά μᾶς ἔχει δοθῆ, γιά νά θυμώνουμε ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ μας. Δυστυχῶς ὁ διάβολος σάν δεξιοτεχνίτης μᾶς τόν στρέφει αὐτόν τόν θυμό ἐναντίον τοῦ πλησίον μας, ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ μας. Κι ἔτσι μᾶς κατακτᾶ ὁ θυμός καί μᾶς κάνει θηρία. Κι ὅταν κάθεται ὁ μοναχός στό κελλί του, τοῦ φέρνει ὁ δαίμονας τίς εἰκόνες αὐτῶν, πού τόν λύπησαν, πού τόν πίκραναν, πού τόν ἐμπόδισαν σέ κάτι καί ὑποκινεῖ τόν θυμό μέσα του καί ἐξάπτεται. Κι ἔτσι ψυχικά κάνει συγκατάθεσι στό πά-θος καί τό δαιμόνιο κατακτᾶ ὅλο καί περισσότερο καί μεγαλύτερο ἔδαφος.
    Καί οὕτω καθ’ ἑξῆς, κάθε πάθος, κάθε δαιμόνιο, ὅταν πιάση τόν ἄνθρωπο ὑπεύθυνο, θά τόν δυσκολέψη στήν ἄνοδό του γιά τήν συνάντησι τοῦ Θεοῦ.
   Γι’αὐτό πρέπει νά προσέξουμε ἐδῶ κάτω, σ’ αὐτόν τόν δρόμο τῆς ζωῆς, ὅπου, Χάριτι Θεοῦ, ἔχουμε τήν ἐξουσία νά νικήσουμε τούς δαίμονας. Ἐνῷ κατά τήν ἄνοδό της ἡ ψυχή, ὅταν εἶναι ὑπεύθυνη, δέν ἔχει πλέον τήν ἐξουσία νά ἀπαλλαγῆ. Τώρα καί σέ κάποιο πάθος νά ἔχουμε ὑποχωρήσει, μποροῦμε, δυνάμεθα νά ἀγωνισθοῦμε καί Χάριτι Θεοῦ νά κόψουμε τό πάθος, νά τό ἀπομακρύνουμε καί νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπ’ αὐτό.
Τοὐλάχιστον ἄν δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἄσκησι σωματική, γιατί εἴμεθα ἀνήμποροι, ἄς κάνουμε ἄσκησι στόν νοῦ καί στήν γλῶσσα. Ὁ νοῦς νά μή σκέφτεται πονηρά καί ἡ γλῶσσα νά μή μιλάη ἁμαρτωλά λόγια, γιά νά βροῦμε σωτηρία. Τήν γλῶσσα μας νά τήν καθαρίσουμε, νά μή λέμε ἄπρεπα πράγματα, ἀλλά κυρίως ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμο καί οἰκοδομητικό. Ὅ,τι βλάπτει τόν ἑαυτό μας καί τόν πλησίον, νά μή βγαίνη ἀπό τό στόμα μας. «Πᾶς λόγος σαπρός ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μή ἐκπορευέσθω» (Ἐφεσ. δ, 29).
Ἐπίσης νά φυλάξουμε καί τήν καρδιά μας, νά μήν αἰσθάνεται ἡδονικά πάνω στά πάθη καί νά μή φτάνη ἡ ὑποχώρησις τοῦ λογισμοῦ μέχρι τήν καρδιά. Ὅταν ἡ καρδιά μας δέν εἶναι μολυσμένη, μήτε τό σῶμα εἶναι ἄρρωστο. Ἀπό τήν καρδιά ξεκινοῦν καί τά καλά καί τά κακά καί ἠ ἁγνότης καί ἡ ἀκαθαρσία.
Ἡ νῆψις εἶναι αὐτή πού χαρίζει στόν ἄνθρωπο πνευματικά μάτια καί βλέπει καί ἐξετάζει καί ἐρευνᾶ καί δέν ἐπιτρέπει στούς κακούς λογισμούς νά προχωρήσουν βαθύτερα. Τό νά δῆ κανείς ὅτι εἶναι ἐμπαθής, εἶναι  φωτισμός τοῦ Θεοῦ κι αὐτό, εἶναι κάτι πού θά βοηθήση στήν διόρθωσί του. Διότι ἄν δέν δῆ, δέν θά προσέξη κι ἄν δέν προσέξη, δέν θά γλυτώση. Ἑπομένως ὅταν κανείς βλέπη καλά, ὅταν ἔχη μάτια γερά, αὐτό εἶναι τό πρῶτο πού χρειάζεται γιά νά βαδίση σωστά.
Εἴμεθα κατά μόνας, ξεχωριστά ὁ καθένας στό κελλί του, στόν ἐαυτό του. Μᾶς ξεγελάει ὁ διάβολος ὅτι δέν ὑπάρχει κανένας κοντά μας κι ἔτσι σφάλλουμε στόν νόμο τοῦ Θεοῦ κάνοντας ὡρισμένες ἀπροσεξίες. Μέσα μας ἡ ἁμαρτία εἶναι πολύ ζωντανή. Τά πάθη εἶναι ἑδραιωμένα μέσα στήν καρδιά. Ἡ φαντασία δουλεύει ἀκατάπαυστα. Ἡ μία εἰκόνα φέρνει τήν ἄλλη κι ἔτσι τό ἕνα πάθος μᾶς σπρώχνει στό ἄλλο. Κι ἄν δέν προσέ-ξουμε, κι ἄν δέν σκεφθοῦμε ὅτι ὁ Θεός γνωρίζει αὐτό πού σκέπτομαι, αὐτό πού φαντάζομαι, τότε θά ξεκλίνουμε πρός τήν ἁμαρτία. Δέν εἶναι σοβαρό τό νά ἁμαρτήση κανείς μόνον σωματικά, ἀλλά μπορῶ νά πῶ ὅτι περισσότερο ἁμαρτάνουμε ἐσωτερικά, ψυχικά, γιατί νομίζουμε ὅτι δέν μᾶς βλέπει κανείς. Ἐσωτερικά, ὅταν δέν προσέξουμε γίνεται μία σωστή κόλασις. Ὁ δέ ἀκοίμητος ὀφθαλμός τοῦ Θεοῦ τά βλέπει ὅλα αὐτά κι ἀνά-λογα μᾶς φέρεται. Γι’ αὐτό στό κάθε τί νά λέμε· «Τό θέλει αὐτό ὁ Θεός;  Ὄχι, νά μήν τό κάνω».
Πολλές φορές μᾶς ξεγελάει ἕνα πάθος - πρῶτον ἐμένα - καί ὑποχωροῦμε. Μετά ὅμως ἔχουμε τόν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως. Τοὐλάχιστον ὁ ἔλεγχος αὐτός νά μᾶς βοηθήση νά μετανοοῦμε καί νά μᾶς δίνη τήν δύναμι νά διορθώνουμε τά λάθη μας. Ἄν δέν μποροῦμε νά κατορθώσουμε τό πρῶτο θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό νά μήν ἁμαρτήσουμε καθόλου, τοὐλάχιστον νά ἐπιτύχουμε τό δεύτερο θέλημα, τό κατ’ οἰκονομίαν θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό νά μετανοήσουμε καί νά ἐπιστρέψουμε. Τό πρῶτο θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν νά μήν ἁμαρτήση ὁ Ἀδάμ μέσα στόν Παράδεισο. Ἀλλά ἀφοῦ ἁμάρτησε, τό δεύτερο πλέον βῆμα ἦταν νά μετανοήση, νά ἐπιστρέψη.  Ὅταν ὅλα αὐτά τά βάλουμε καλά μέσα στήν ψυχή μας, ὁπωσδήποτε ἡ ζωή μας θά εἶναι πολύ προσεκτική.
Λοιπόν ὁ ἀγώνας μας νά εἶναι στό νά προσέξουμε τόν νοῦ, τήν καρδιά καί τό στόμα, διότι ὅταν αὐτά εἶναι καθαρά καί τά σωματικά μας ἔργα θά εἶναι καθαρά. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες εἶχαν νά παρουσιάσουν μεγάλα κατορ-θώματα ἀπό κάθε ἄποψι. Ἐμεῖς τοὐλάχιστον ἄς προσπαθήσουμε νά παρουσιάσουμε αὐτά τά τρία καθαρά διώχνοντας τίς πονηρές φαντασίες, πού μᾶς φέρνουν τά πάθη καί οἱ δαίμονες καί ἐλπίζουμε, Χάριτι Θεοῦ, νά βροῦμε ἔλεος κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
Ἔχουμε τόσα φωτεινά ὅπλα ἀπό τόν Χριστό. Ἔχουμε κυρίως τήν προσευχή, πού εἶναι τό πανίσχυρο ὅπλο μας. Ὅταν ἔχη ὁ μοναχός ἀδιαλείπτως τήν προσοχή καί τήν προσευχή, χάριτι Θεοῦ, εὔκολα ξεπερνᾶ τίς δυσκολίες. Ἡ προσοχή τόν κατευθύνει· πρόσεξε ἐδῶ, πρό-σεξε ἐκεῖ, ἐδῶ δαίμονας, ἐδῶ παγίδα, ἐκεῖ λάκκος· πρόσεξε! Κι ὅταν ἔλθη σέ ἀπάντησι μέ τόν δαίμονα, παίρ-νει τό ὅπλο τῆς προσευχῆς κι ἔτσι ἀνοίγεται ὁ δρόμος ἐλεύθερα. Ὅταν ὅμως δέν ὑπάρχη προσοχή, πέφτουμε σάν τόν τυφλό πάνω στόν ἐχθρό, στήν παγίδα, στόν λάκκο. Ὅταν κανείς δέν ἔχη προσοχή, δέν ἔχει καί προσευχή. Νομίζω ὅτι ὅταν ὑπάρχουν αὐτά τά δύο ἀνταμωμένα, τό ἕνα βοηθᾶ τό ἄλλο.
   Συχνά πρέπει νά κάνουμε ταμεῖο, νά κάνουμε αὐτοσυγκέντρωσι, νά κάνουμε ἔλεγχο στόν ἑαυτό μας. «Ἄραγε βαδίζω σωστά; Μήπως εἷμαι πιασμένος σέ κανένα πάθος; Ἡ καρδιά μου εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό τά πάθη ἤ εἶναι κάπου αἰχμάλωτη;» Κι ἄν τοῦτο τό πρᾶγμα μέ βοηθήση καί δῶ κάπου τόν ἑαυτό μου νά εἶναι ὑποσκελισμένος, νά προσπαθήσω νά διορθωθῶ. Καί ἡ προσπάθεια εἶναι ἕνα βῆμα πρός τήν διόρθωσι, πρός τήν ἀπαλλαγή. Ὁ κάθε μοναχός πρέπει νά ἡσυχάζη ἀπό λογισμούς καί νά μήν ἀφήνη τήν ψυχή του νά γεύεται αἰσθήματα ἁμαρτωλά. Νά ἔχη αὐτήν τήν μνήμη τοῦ θανάτου καί τῆς καλῆς ἀπολογίας· «Τί θά ἔλεγε ὁ Χριστός γι’ αὐτήν μου τήν πρᾶξι; Πῶς θά τήν δικαιολογήσω ἐνώπιόν Του;»
   Ἡ προσοχή λοιπόν στόν δρόμο αὐτῆς τῆς ζωῆς θά μᾶς βοηθήση νά βρεθοῦμε κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου, πού εἶναι καί ἡ δυσκολώτερη στιγμή τῆς ζωῆς κάθε ἀνθρώπου, σέ μιά ἱκανοποιητική θέσι, μέ ἥσυχη συνείδησι. Αὐτή θά εἶναι ὁ παρήγορος ἄγγελος σέ κείνη τήν θλῖψι καί τήν στενοχώρια τοῦ θανάτου, γιατί ἡ ὥρα αὐ-τή εἶναι πολύ δύσκολη γιά ὅλους. «Ποῖον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή χωριζομένη τοῦ σώματος! Πόσον δακρύει τότε! Πρός τούς ἀγγέλους τά ὄμματα ρέπουσα, ἄπρακτα κα-θικετεύει· πρός τούς ἀνθρώπους τάς χεῖρας ἐκτείνουσα, οὐκ ἔχει τόν βοηθοῦντα!» Κανείς δέν μπορεῖ νά βοηθήση τόν ἄνθρωπο ἐκείνη τήν ὥρα, παρά μόνον τά καλά ἔργα καί ἡ καθαρή συνείδησις. Καί οἱ ἄγγελοι ἀκόμα δέν μποροῦν νά βοηθήσουν, γιατί κι αὐτοί κοιτάζουν νά βροῦν ἔργα καλά νά παρουσιάσουν ὡς ἀντί-κρυσμα, γιά νά βοηθήσουν τήν ψυχήν ἐξερχομένην τοῦ σώματος.
Ὅταν ἀνέβαζαν οἱ ἄγγελοι τήν ψυχή τῆς Θεοδώρας, δυσκολεύτηκαν. Κι ἄν δέν βοηθοῦσαν οἱ πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τοῦ Γέροντός της, δέν θά ξεπερνοῦσε τά τελώνια. Τό ἔλεγαν μόνοι τους οἱ ἄγγελοι: «Ἄν δέν εἴχαμε τήν βοήθεια τοῦ Βασιλείου, δύσκολα θά ξεμπλέκαμε ἀπό τούς δαίμονες».
Συνέχεια νά τήν σκεπτώμεθα τήν ὥρα τοῦ θανάτου. Πέφτουμε νά κοιμηθοῦμε· μέ τόν θάνατο νά κοιμώμεθα κι αὐτόν νά μελετοῦμε, διότι ὁ ὕπνος εἶναι μία εἰκόνα τοῦ θανάτου. Ὅπως πέφτουμε στό κρεββάτι μας, ἔτσι θά πέσουμε στό ξυλοκρέββατο νεκροί! Κι ὅταν ξυπνοῦμε καί σηκωνώμεθα γιά νά ἐργασθοῦμε, πάλι μέ τήν μνήμη τοῦ θανάτου νά ἐργαζώμεθα. Κάθε στιγμή τόν θάνατο νά βιώνουμε, νά μελετοῦμε κι ἔτσι ὁπωσδήποτε θά εἶναι προσεκτική ἡ ζωή μας. «Μνημόνευε τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμαρτήσῃς εἰς τόν αἰῶνα».
    Εἶναι πάρα πολύ ὠφέλιμο νά βρεθῆ κανείς δίπλα σέ ἑτοιμοθάνατο ἄνθρωπο. Σκέπτεται ὅτι κι αὐτός δέν εἶναι δυνατόν νά ξεφύγη τήν ὥρα αὐτή κι ὅτι κι αὐτός σέ τέτοια κατάστασι θά ἔλθη. Πολλές φορές ὁ θάνατος εἶναι πολύ ὀδυνηρός καί δύσκολος.
Ἐρωτήθηκε ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων:
-Γέροντα δέν θαρρεῖς στά ἔργα σου, ὅτι θά σωθῆς;  
-Ὄχι, τούς ἀπάντησε.
-Μά, γιατί, Ἀββᾶ, ἀφοῦ εἶναι τόσο πλούσια τά ἀσκητικά σου ἔργα; Ἐάν ἐσύ δέν σωθῆς, ποιός θά σωθῆ;
-Ἐγώ ὅσο γινόταν ἀνθρωπίνως προσπάθησα νά ἀρέσω στόν Θεό, ἀλλά  δέν τό γνωρίζω, ἐάν τά ἔργα μου ἄρεσαν τοῦ Θεοῦ. Ὅταν πάω ἐκεῖ κι ἀκούσω ἀπό τό στόμα Του ὅτι τά ἔργα μου ἤτανε καλά καί σωτήρια, τότε θά τό πιστέψω.
Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὅταν ἔνοιωσε ὅτι ἦλθε ἡ ὥρα του νά φύγη, ἔκλαιγε καί εἶπε στά πνευματικά του παιδιά σάν συμβουλή: «Μνημονεύετε τόν θάνατο· ἡ μνήμη αὐτή μέ βοήθησε νά μήν ἀμελήσω ποτέ τά καθήκοντά μου!». Ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ Χρυσοβαλάντου ἐπίσης ἔκλαιγε πρό τοῦ θανάτου. Μπορῶ νά πῶ ὅτι ἐλάχιστοι ἅγιοι ἄνθρωποι ξεπέρασαν τόν θάνατο χαρούμενοι ἤ καί ἀνώδυνα, γιατί ἡ φύσις τοῦ θανάτου εἶναι δύσκολη.
    Ἐάν οἱ ἅγιοι ἀντιμετώπισαν καί συνάντησαν ἔτσι μέ φόβο τόν θάνατο, ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, καί πρῶτος ἐγώ μέ τίς τόσες εὐθύνες μου, μέ τά τόσα βάρη πού ἔχω, τί θά κάνω κατά τήν ὥρα ἐκείνη; «Θρηνῶ καί ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τόν θάνατον». Ὅταν σκέπτωμαι τόν θάνατο πολύς φόβος γίνεται μέσα μου. Ἀλλά, Πατέρες μου, τό μόνο πού πιστεύω εἶναι, ὅτι πρῶτον ἡ Χάρις  τοῦ Θεοῦ καί δεύτερον ἡ ἥσυχη συνείδησις θά μᾶς βοηθήση νά ξεπεράσουμε τήν δυσκολία τοῦ θανάτου.
Ἐάν προσέξουμε τήν ζωή μας, ἐάν κάνουμε ὑπακοή σέ ὅ,τι μᾶς ὑπαγορεύει ἡ συνείδησις κατά τόν νόμο, πρέπει νά βοηθηθοῦμε ἀρκετά τήν ὥρα αὐτήν τήν δύσκολη. Ἄς μή ξεχνοῦμε τόν προορισμό μας. Μέ προσοχή, μέ προσευχή καί μέ τήν μνήμη τοῦ θανάτου ἄς προχωρήσουμε ἔχοντας τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀόρατη δύναμι τοῦ φύλακος ἀγγέλου καί τῶν ἁγίων. Κι ἄς ἐλπίσουμε ὅτι θά φθάσουμε στό τέλος τοῦ δρόμου, χωρίς νά πιαστοῦμε ἀπό κάποιο δαιμόνιο. Εἴμεθα ἁμαρτωλοί, εἴμεθα ἀδύναμοι, εἴμεθα ἀσθενικοί ἄνθρω-ποι, εἴμεθα ὀγδοάτες. Καί γι’ αὐτό ἔχουμε κάποια ἰδιαίτερη συμπάθεια ἀπό τόν Θεό.
Ἄς παρακαλοῦμε συνέχεια στήν προσευχή μας τόν Θεό καί τήν Παναγία μας νά μᾶς βοηθήσουν νά ξεπεράσουμε ὅλες τίς παγίδες, νά νικήσουμε τόν διάβολο καί νά φτάσουμε νικηταί στόν μεγάλο προορισμό μας, ὅπου θά στεφανωθοῦμε καί θά βραβευθοῦμε. Ἀμήν. Γένοιτο.

Προσευχή-Τατλί

    Γλυκύτατε Ἰησοῦ, δόθηκες γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς, ἔχυσες τό Πανάγιόν Σου Αἷμα, μᾶς ἔλουσες τίς πληγές μας καί ἐλεύκανες τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας μέ τόν δικό Σου θάνατο! Θανάτωσον τά πάθη μας. Θανάτωσε καί τόν διάβολο, πού μᾶς παρακολουθεῖ νυκτός καί ἡμέρας. Μᾶς παρακολουθεῖ ἀδιάλειπτα!
   Μονάκριβε Υἱέ τοῦ Θεοῦ, στεῖλε μας τήν βοήθειά Σου ἀπό τόν Οὐρανό καί ἀπό τόν Θρόνο τῆς Δόξης, πού ἐπαναπαύεσαι κατόπιν τῆς νίκης καί τοῦ θριάμβου, πού εἶχες ἔναντι τοῦ διαβόλου.
    Ὁμολογοῦμε τήν Χάρι, ὁμολογοῦμε τήν σωτηρία. Πιστεύουμε ἀκράδαντα εἰς τήν Θεότητά Σου. Ὁμολογοῦμε ἐνώπιον πάσης ὁρατῆς καί ἀοράτου κτίσεως ὅτι εἶσαι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ σαρκωθείς διά τήν ἡμῶν σωτηρίαν, ὁ Μόνος Ἅγιος καί ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος. Εἶσαι ὁ Θεός τῆς Ἀγάπης. Δέν μπορεῖ τό πτωχό μυαλό μας νά εἰσχωρήση μέσα εἰς τόν Ἄπειρον Νοῦν Σου! Σάν μέγας στρατηγός κατετρόπωσες τόν ἀλλόφυλον Ἀμαλήκ καί σάν δορκάδα πιασμένη στήν παγίδα μᾶς ἐλευθέρωσες. Ὁμολογοῦμε τόν κόπο Σου, τούς πόνους Σου, τούς ἱδρῶτες Σου, τόν Σταυρόν σου, πού ὑπέμεινες γιά μᾶς!
    Ἰησοῦ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος, Ἀγαθέ Ποιμήν, ὡδήγησας τά πρόβατά Σου εἰς τήν μάνδραν τῆς σωτηρίας. Δέξαι τά πτωχά μας λόγια, τήν μικρά μας ἱκεσία, τήν ταπεινή μας ὁμολογία καί πρόσδεξαι αὐτά ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν Σου! Συνέχισε Κύριε μέ τήν ἄπειρον συγκατάβασίν Σου καί εὐσπλαχνία τήν ὁλοκλήρωσιν τοῦ ὡραίου ἔργου Σου, τοῦ λυτρωτικοῦ, τοῦ θαυμαστοῦ, τοῦ ποικίλου. Ἐθαυμαστώθης θαυματουρ-γικῶς καί ὑπερκάλλως, ἀοράτως ἐργαζόμενος διά τήν σωτηρίαν μας.
    Σέ εὐχαριστοῦμε ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς μας καί δέξαι τήν πτωχήν μας εὐχαριστίαν σάν τό δίλεπτο τῆς πτωχῆς χήρας, ἡ ὁποία ἔβαλε μέ αὐτό ὅλον τόν βίον της. Κι ἐμεῖς ὅ,τι ἔχουμε τοῦτο καί προσφέρουμε. Ἐκ πτωχοῦ καί πένητος τί ἔχεις λαβεῖν;
   Σέ εὐχαριστοῦμε Κύριε καί ἀξίωσέ μας, ὅταν θά παραλάβης τίς ψυχές μας, ὅταν ἔλθουμε διά τοῦ κελεύσματός Σου πρός Σέ, ἐν ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ καί ἐπιφανῇ, ὅταν θά λάμψουν αἱ ψυχαί τῶν δικαίων φωταγωγού-μεναι ἀπό τό ἄπλετον καί ἀπεριόριστον φῶς τοῦ Θείου Προσώπου Σου, νά Σέ προσκυνήσουμε λατρευτικῶς ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς μας! Δέξαι τίς ἱκεσίες τῆς Ὑπεράγνου Μητρός Σου καί πάντων Σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ   ΕΦΡΑΙΜ  ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ  ΙΕΡΑΣ  ΜΟΝΗΣ  ΦΙΛΟΘΕΟΥ
Η ΤΕΧΝΗ  ΤΗΣ  ΣΩΤΗΡΙΑΣ   Ο Μ Ι Λ Ι Α Ι   ΤΟΜΟΣ  Β΄
ΕΚΔΟΣΙΣ: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΑΓΙΟΝ  ΟΡΟΣ

    




Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού