Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη. Ἐπιστάτα, ἐπιστάτα, ἀπολλύμεθα. - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη. Ἐπιστάτα, ἐπιστάτα, ἀπολλύμεθα.

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·

ΟΜΙΛΙΑ ΙΑ’
«Ἐπιστάτα, ἐπιστάτα, ἀπολλύμεθα»

Ὁ βίος τοῦ κάθε χριστιανοῦ εἶναι μία θάλασσα. Πολλές φορές αὐτή ἡ θάλασσα τρικυμιᾶ, γίνεται φουρτούνα, σηκώνονται ἀπειλητικά τά κύματα καί ἀπειλοῦν τήν ζωή. Ὅπως ἀπειλεῖ μία θάλασσα φουρτουνιασμένη τό καράβι καί οἱ ἄνθρωποι ὑψώνουν χεῖρας καί δέονται τοῦ Θεοῦ νά τύχουν σωτηρίας, ἔτσι συμβαίνει κι ὅταν σηκώνωνται τόσοι καί τόσοι πειρασμοί ἐναντίον μας, πού μᾶς ἀπειλοῦν καί μᾶς τρομάζουν. Πολλές τρικυμίες, πολλά προβλήματα δύσκολα, πολλές φορές ἄλυτα, στριμώγματα ἄσχημα, παντοῦ μαῦρα καί σκοτεινά, χωρίς νά φαίνεται πουθενά ἀχτίδα φωτός κι ἐλπίδος.
Κι ἔρχεται κι ὁ δαίμονας, ἡ ἄλλη φουρτούνα, ἡ ἀπαίσια καί σκοτεινή, νά μᾶς συμβουλέψη ὅτι δέν πρόκειται νά γλυτώσουμε. Μᾶς λέει: «Ὁ πειρασμός αὐτός εἶναι τόσο μεγάλος, πού θά χαθῆς!» Κι ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἔμπειρος ἐπάνω στούς πειρασμούς, πιστεύει στό ψέμμα καί στήν ἀπάτη του καί ἀπελπίζεται. Κι ὅταν χάση τόν προσανατολισμό του εἶναι πολύ φυσικό νά πεταχτῆ ἐπάνω στά βράχια καί νά γίνη συντρίμμια.
Τί πρέπει λοιπόν νά κάνη κανείς, ὅταν ὅλα εἶναι ἀρνητικά στήν ζωή του; Αὐτό πού χρειάζεται ἐκεῖνες τίς ὧρες, εἶναι νά καταφύγη στόν Μόνο Λυτρωτῆ καί Σωτῆρα, νά γονατίση, νά ὑψώση χεῖρας ἱκέτιδας, πρός τόν Πανάγαθο Θεό, στόν Μόνο, ὁ Ὁποῖος κυβερνᾶ τό σύμπαν καί μέ ἕνα νεῦμά Του τά πάντα μπορεῖ νά διαλύση.
Τό βλέπουμε καί στό Ἱερόν Του Εὐαγγέλιον. Κάποτε ὁ Χριστός μας ἦταν μέ τούς μαθητάς Του μέσα στό πλοῖο, στήν λίμνη τῆς Γεννησαρέτ. Ἦταν γερμένος καί ξεκουραζόταν· φαινόταν νά κοιμᾶται, ἀλλά δέν κοιμόταν. Γίνεται μεγάλη τρικυμία, «λαῖλαψ ἀνέμου» (Λουκ. η΄ 22-25) καί τά κύματα ἀνεβαίνουν ψηλά. Οἱ μαθηταί ἄπειροι σέ ὅλα αὐτά καί μή γνωρίζοντας Ποιόν ἔχουν δίπλα τους  γιατί τά μάτια τῆς ψυχῆς τους ἦ-ταν ἀκόμη κλειστά, ἀφοῦ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον δέν εἶχε ἀκόμη κατέβει νά τούς ἀνοίξη τόν νοῦν «τοῦ συνιέναι τάς γραφάς»  ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν κι ἀμέσως ἔρ-χονται στόν Κύριο, Τόν ξυπνοῦν καί Τοῦ λένε:
-Ἐπιστάτα, Διδάσκαλε, καθεύδεις; Ἀπολλύμεθα, χανό-μεθα, πνιγόμεθα!
Τούς κοιτάζει μέ βλέμμα συμπαθείας καί διατάσσει ἀμέσως τού ἀνέμους καί τήν θάλασσα νά σιωπήσουν, νά κοπάσουν. Κι ἐσιώπησε ἡ θάλασσα, ἐκόπασε ὁ ἄνεμος καί ἐγένετο μεγάλη γαλήνη. Ἰδόντες οἱ μαθηταί τό θαῦμα, παρέλυσαν ἀπό τό θάμβος. Καί τούς λέγει ὁ Κύριος:
Γιατί ὀλιγοπιστήσατε; Γιατί εἶσθε τόσο δειλοί; Ποῦ εἶναι ἡ πίστις σας;
   Αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει καί στήν ζωή μας. Πολλά εἶναι τά κύματα, τά ὁποῖα δημιουργοῦν κραδασμό, σεισμό στό σπιτάκι τῆς ψυχῆς μας καί κινδυνεύουμε νά μᾶς τό γκρεμίσουν. Τότε χρειάζεται σάν τούς Ἀποστό-λους νά φωνάξουμε: «Ἐπιστάτα, χάνομαι! Θεέ μου, βοήθησέ με, χάνομαι! Στεῖλε τήν χάρι Σου, τόν φωτισμό Σου, τό Ἅγιόν Σου Πνεῦμα νά μέ βοηθήση, διότι αὐτήν τήν στιγμή εἶμαι ἄνθρωπος, εἶμαι πηλός, εἶμαι ἕνα τίποτα, μιά «καρπουζόφλουδα» μέσα στόν ὠκεανό. Ἐάν Ἐσύ αὐτήν τήν στιγμή δέν ἁπλώσης τό χέρι Σου νά εἰρηνεύσης καί τούς ἀνέμους καί τήν θάλασσα καί νά διώξης τά δαιμόνια ἀπό κοντά μου, ἐγώ χάνομαι!» Πολλοί ἔχουμε πεῖρα ἀπό τήν προσευχή αὐτή. Ἡ ζωή μας δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά πειρασμοί, θλίψεις, ἀγωνία, ἀνάγκες. Ἄν κάνουμε προσευχή, δυνατή προσευχή, ἀπαντάει ὁ Θεός. Πληροφορεῖ τόν ἄνθρωπο.
Ὁ Γέροντάς μου εἶχε φύγει ἀπό τήν ζωή καί ἀνέλαβα πολλές εὐθῦνες. Κάποτε εἶχα ἕνα πολύ μεγάλο πειρασμό ἐξωτερικό, πολύ ἄσχημο. Ἀπό πουθενά φῶς, ἀπό παντοῦ ἦταν ἀπειλητικά ὅλα. Ἐκείνη τήν δύσκολη καί σκοτεινή ἡμέρα γονάτισα καί παρακάλεσα πάρα πολύ θερμά. Μιά ἀκτῖνα φωτός ἦλθε καί μοῦ ἔδωσε στή καρδιά μου τήν πληροφορία: «Ὁ πειρασμός αὐτός θά λήξη. Μή φοβοῦ!» Ἀμέσως ἁπλώθηκε ἡ γαλήνη καί ἡ ἠρεμία στήν ψυχή μου. Πράγματι τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι ἔληξε ὁ πειρασμός μέ μεγάλη ὠφέλεια, πάρα πολύ μεγάλη ὠφέλεια. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος τόν κάθε πειρασμό τόν ὑπομένη μέ προσευχή, καρτερία, ἀγῶνα καί δώση ἐκεῖ ὅλο τόν ἑαυτό του, τελικά θά ὑποχωρήση καί ἡ νίκη θά ἀποδοθῆ στόν Χριστό. Γιατί μόνον ὁ Χριστός νικᾶ αὐτούς τούς μεγάλους πειρασμούς. Ἀλλά ἐμεῖς εἴμεθα ἀδύναμοι ἄνθρωποι κι ἔχουμε τά μάτια τῆς ψυχῆς μας κλειστά. Δέν βλέπουμε πίσω ἀπό κάθε πει-ρασμό τί κρύβεται. Κρύβεται μεγάλη ὠφέλεια.
Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν σαλός, ὅταν ὁ Χριστός τόν εἶχε καλέσει σ’ αὐτήν τήν ἐργασία, δηλαδή νά κάνη τόν σαλό, νά ὑβρίζεται, νά χλευάζεται, νά πτωχεύση, νά ὑποφέρη, κ.λ.π., ἤθελε πρωτίστως νά τόν πληροφορήση ὅτι ἦταν δικό Του θέλημα νά ἐργασθῆ τήν σαλότητα αὐτή. Σάν παιδί νεαρό, πού ἦταν, εἶχε πόθο νά μαρτυρήση γιά τόν Θεό, ἀλλά τότε δέν ὑπῆρχε μαρτύριο. Σκεπτόταν πῶς νά εὐαρεστήση στόν Θεό καί μέ τίς σκέψεις αὐτές ἀποκοιμήθηκε.
Τότε βλέπει ἕνα στάδιο, ὅπου γινόταν ἀγωνίσματα. Ἀπό τήν μία πλευρά ἦταν ἅγιοι ἄνθρωποι λευχείμονες κι ἀπό τήν ἄλλη μαῦρα δαιμόνια. Καί σηκώνεται ἕνας μεγάλος πειρασμός, ἕνας διάβολος στήν θεωρία μεγάλος, πού μιλοῦσε ὑπερήφανα, ἐγωϊστικά κι ἀπειλητικά ἐναντίον τῶν λευχειμόνων ἁγίων ἀνθρώπων. Μεταξύ τους οἱ ἅγιοι ἔλεγαν: «Ἐγώ πάλαιψα μαζύ του τήν τάδε χρονολογία, ἄλλος τήν τάδε, ἄλλος μέ μαρτύριο, ἄλλος μέ ὁμολογία, ἄλλος μέ ἄσκησι, ἄλλος μέ ἀρετή κ.λ.π. Τώρα ποιός μένει νά παλαίψη μαζύ του;» Κι ἀκούγεται φωνή: «Ὁ Ἀνδρέας!» Μόλις ὁ Ἀνδρέας εἶδε τόν πειρασμό ἔτσι μεγάλο, στήν ἀρχή φοβήθηκε. Τότε εἶδε νά κάθεται σ’ἕνα τραπέζι ἕνας νεαρός καί νά λάμ-πη γύρω ὅλος ὁ τόπος ἀπό φῶς. Ἐπάνω στό τραπέζι εἶχε δύο στεφάνια. Τό ἕνα στεφάνι ἦταν ἀπό μαργαριτάρια κι ἀπό χρυσᾶ καί τό ἄλλο ἦταν ἀπό ἄνθη τοῦ οὐρανοῦ. Πῆγε κοντά του καί τοῦ λέει:
-Πόσο τά πουλᾶς αὐτά;
-Νεαρέ μου, αὐτά δέν ἀγοράζονται μέ χρήματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀγοράζονται μέ τήν πάλη μέ ἐκεῖνον τόν μαύρο. Ὅποιος παλαίψη μαζύ του καί τόν νικήση, τά παίρνει καί τά δύο.
Ἐγώ θά παλαίψω νά τά πάρω.
Ἀφοῦ θέλεις νά παλαίψης, ἔλα μέσα νά σοῦ διδάξω τήν πάλη.
Κι ἄρχισε νά τόν διδάσκη, πῶς νά παλαίψη μέ τόν μαύρο καί τοῦ λέει:
Ὅταν σέ φέρη γύρω-γύρω, τότε χτύπησέ τον σταυροειδῶς καί θά τόν νικήσης.
Προχωρεῖ, τόν καλεῖ σέ πάλη κι ἀρχίζει ὁ ἀγώνας. Στήν ἀρχή φαινόταν νά νικᾶ ὁ διάβολος, ἀλλά μετά ἐνθυμούμενος τόν τρόπο τῆς πάλης, πού τοῦ εἶχε διδάξει ὁ Κύριος, τόν χτύπησε σταυροειδῶς καί τόν νέκρωσε. Τότε οἱ λευχείμονες τόν πῆραν στά χέρια σάν νικητῆ καί τόν πῆγαν στόν Κύριο καί ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε τά δύο στεφάνια λέγοντας:
Ἀπό τοῦ νῦν γίνε δι’ Ἐμέ σαλός, πτωχός, ρακένδυτος καί θά σέ ἀξιώσω τῆς Βασιλείας Μου.
    Ἀπό τότε τοῦ δόθηκε μία χάρις, νά μπορῆ νά κάνη τόν σαλό διά Χριστόν κι ἔγινε πτωχός καί ρακένδυτος  καί τελικά κέρδισε τό στεφάνι τῆς νίκης.
   Μέ τίς τρικυμίες τῆς ζωῆς μαθαίνουμε ἐκ πείρας τῆς προσευχῆς τήν μεγάλη ὠφέλεια, τήν λύτρωσι. Χωρίς προσευχή δέν δυνάμεθα νά ἀντιμετωπίζουμε τήν σφοδρότητα τῆς τρικυμίας. Τά μποφώρ σηκώνονται συνεχῶς ἀπό θλίψεις, στενοχώριες, βάσανα ἤ ἀπό τά παι-διά καί τούς συζύγους, τούς συγγενεῖς ἤ τά οἰκονομικά, τίς ἀσθένειες, τά δαιμόνια, τά πάθη μας. Κάθε στιγμή ἔχουμε πειρασμό καί φουρτούνα μεγάλη ἤ μικρή. Τότε χρειαζόμεθα ἀμέσως τό φάρμακο τῆς προσευχῆς. Νά γονατίζουμε, νά σηκώνουμε τά χέρια μας, νά ἱκετεύουμε, νά δεώμεθα καί νά κλαῖμε καί ὁ Θεός θά ἀπαντᾶ ἀπό τόν οὐρανό. Νά μήν ἀπελπιζώμεθα, ὅταν τά μαῦρα κύματα τῆς ζωῆς μᾶς ἀπειλοῦν. Ὅλα κετευνάζονται, ὅλα ἰσοπεδώνονται.
Τί κάνει ὁ καπετάνιος, ὅταν δῆ τήν φουρτούνα; Νομίζετε ὅτι πάει κόντρα; Ὄχι. Σβήνει τήν μηχανή κι ἀφήνει τό πλοῖο νά πλέη σύμφωνα μέ τά κύματα. Κι ὅταν δῆ ὅτι ἡ φουρτούνα κοπάζη, βάζει πάλι ἐμπρός τήν μηχανή καί προχωρεῖ σιγά-σιγά κι ἔτσι γλυτώνει τό καράβι ἀπό τό ναυάγιο. Ἔτσι κι ἐμεῖς· ὅταν δοῦμε τήν φουρτούνα, ἀμέσως νά σβήσουμε τήν μηχανή, νά σβήσουμε τόν πειρασμό, νά σβήσουμε τόν κίνδυνο μέ τό γονάτισμα. Θά γονατίσουμε, θά προσευχηθοῦμε κι ἀ-μέσως ἡ θάλασσα θά ἀρχίση νά ὑποχωρῆ. Κι ὅταν ἀποκτήσουμε αὐτήν τήν πεῖρα, γίνεται μέσα μας μεγάλη χαρά, διότι βρήκαμε τό φάρμακο γιά νά καταπολεμήσουμε, νά κατευνάσουμε τίς θλίψεις καί τούς πόνους τῆς ζωῆς.
Γι’αὐτό ἐπιβάλλεται νά γονατίζουμε πρωῒ-βράδυ ἤ ὁποιαδήποτε ὥρα καί νά παρακαλοῦμε τόν Θεό. Παρακαλῶντας τόν Θεό θά δεχώμεθα τήν βοήθειά Του, τήν Χάρι Του, τόν Ἄγγελο φύλακα δίπλα μας, τήν ἀσφά-λεια τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Οἱ κίνδυνοι εἶναι ἀμφίπλευροι· καί ψυχικά νά μήν ἁμαρτήσουμε καί σωματικά νά ἀποφύγουμε κάποιον κίνδυνο. Καί στήν καθημερινή ζωή καί στούς πολέμους καί παντοῦ οἱ ἄν-θρωποι τοῦ Θεοῦ τό ἔζησαν αὐτό τό πρᾶγμα καί ἀπέκτησαν αὐτήν τήν σωτήριο πεῖρα.
Μά κι ὁ Χριστός μας τί ἔκανε, ὅταν ἐπρόκειτο νά δώση τήν μεγάλη μάχη τοῦ Γολγοθᾶ; Ὅταν ἐπρόκειτο νά σηκώση τόν Σταυρό, νά ἀνεβῆ στόν Γολγοθᾶ καί νά σταυρωθῆ, τί ἔκανε; Γονάτισε, καί ἡ ἀγωνία Του ἔγινε ἱδρῶτας! Καί ἡ δική μας ἡ ζωή εἶναι ἕνας Γολγοθᾶς. Νά γονατίζουμε κι ἐμεῖς καί νά λέμε: «Θεέ μου, ἐάν πρέπη νά τόν περάσω αὐτόν τόν πειρασμό, βοήθησέ με. Ἐάν ὅμως λόγῳ τῆς ἀδυναμίας μου θά μέ καταβάλη, ἀπάλλαξέ με». Καί μέ τό ὅπλο αὐτό τῆς προσευχῆς θά ἀντι-μετωπίζουμε τήν φουρτούνα τῆς θάλασσας. Ὅταν λέγη ὁ προφήτης ὅτι ὅταν ἡ θάλασσα σηκώνεται, προστρέχω στό καλό Σου λιμάνι, παίρνω βοήθεια καί σώζομαι, ἐννοεῖ τήν προσευχή.
Ὅπως εἴπαμε καί στήν χθεσινή μας ὁμιλία, στήν προσευχή μας νά παίρνουμε καί τίς φουρτοῦνες τῶν ἀδελφῶν μας, ὄχι μόνον τίς δικές μας. Νά παρακαλοῦμε νά τούς βοηθήση ὁ Θεός, γιατί ὅταν ἐμεῖς προσευχώμεθα γιά τούς ἀδελφούς μας, ὁ Θεός βοηθεῖ κι ἐμᾶς. Νά προσευχώμεθα γιά τούς ἑαυτούς μας καί γιά τούς πλησίον μας. Νά προσευχώμεθα ὅσον γίνεται ἀδιαλείπτως κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο· «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσσαλ. Ε΄, 17) καί νά Τόν εὐχαριστοῦμε εἴτε στούς πειρασμούς, εἴτε ὅταν μᾶς στέλνη τήν εὐλογία Του.
Λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος· «Ἐνθυμήθητι τόν Θεόν ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἵνα σέ ἐνθυμηθῇ καί Αὐτός ἐν καιρῷ τοῦ πειρασμοῦ σου». Νά θυμᾶσαι τόν Θεό σου, ὅταν εἶσαι εἰρηνικός, ὅταν ἔχης γαλήνη, ὅταν δέν ἔχης πειρασμούς. Μή Τόν λησμονήσης, ὅταν σοῦ δώση μία εὐκολία καί ποικίλη εὐλογία, διότι ὅταν δέν τόν λησμονήσης τότε, δέν θά σέ ξεχάση κι ἐσένα, ὅταν θά σέ κα-ταβάλουν οἱ θλίψεις, οἱ πειρασμοί καί οἱ κίνδυνοι. Θά σέ βοηθήση, διότι θά σέ ἐνθυμηθῆ κι Ἐκεῖνος!
Τώρα πού μάθαμε ὅτι ἡ προσευχή εἶναι τό μέσον τῆς σωτηρίας ἀπό κάθε κίνδυνο στήν ζωή μας, ἄς τήν ἐπιμεληθοῦμε μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς ψυχῆς μας. Ἔρχεται κι ὁ διάβολος καί μᾶς λέει: «Ἄσε τώρα· εἶσαι κουρα-σμένος, τώρα δέν μπορεῖς, ἄφησέ το γιά ἄλλη ὥρα!» Νά ποῦμε: «Ὄχι, τώρα θά γονατίσω νά προσευχηθῶ· δέν θά πῶ πολλά πράγματα. Πέντε πράγματα θά πῶ στόν Θεό καί θά κάνω καί πέντε μετάνοιες». Κάνοντας ἔτσι αὐτή τήν μικρή προσευχή καί τίς πέντε μετάνοιες, ἔρχεται ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί κάνουμε καί λίγο περισσότερο κι ἔτσι αὐξάνεται ἡ προσευχή καί κερδίζουμε.
    Ἐγώ ταπεινά σᾶς προσεύχομαι κάθε μέρα καί σᾶς παρακαλῶ κι ἐσεῖς νά προσεύχεσθε καί γιά μένα, διότι ὅλοι ἔχουμε τόν ἀγῶνα μας. Κι ἐπειδή ὅλοι ἔχουμε κόπο στήν ζωή, πρέπει νά ἀνταμώνουν οἱ προσευχές μας καί νά ἀλληλοβοηθούμεθα. Καί νά μᾶς ἀξιώση πάλι ὁ καλός Θεός καί ἡ Κυρία Θεοτόκος νά ἀνταμώσουμε μέ ὑγεία καί μέ εὐλογία Θεοῦ. Κι ὅταν ὁ Θεός θελήση νά μᾶς δεχθῆ στόν οὐρανό, νά μᾶς δεχθῆ ὅλους καί κανείς νά μή λείψη ἀπό τήν πανήγυρι τῆς μεγάλης ἐκείνης ἡμέρας τοῦ Αἰωνίου Πάσχα. Ἀμήν.

(Ὁμιλία σέ πιστούς τοῦ ἐξωτερικοῦ)

ΓΕΡΟΝΤΟΣ   ΕΦΡΑΙΜ  ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ  ΙΕΡΑΣ  ΜΟΝΗΣ  ΦΙΛΟΘΕΟΥ
Η ΤΕΧΝΗ  ΤΗΣ  ΣΩΤΗΡΙΑΣ   Ο Μ Ι Λ Ι Α Ι   ΤΟΜΟΣ  Β΄
ΕΚΔΟΣΙΣ: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΑΓΙΟΝ  ΟΡΟΣ







Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού